20 Χρόνια στην Εντατική (Βιβλίο)

20 Χρόνια στην Εντατική. Βιβλίο Ν.Παναγιωτόπουλου. Δωρεάν Κατέβασμα.

20 Χρόνια στην Εντατική (Βιβλίο)

Το βιβλίο   » 20 Χρόνια στην Εντατική  »  από τον καρδιολόγο   Νικόλαο Παναγιωτόπουλο . Ζητήματα Βιοηθική από την εμπειρία του γιατρού στην εντατική μονάδα.
Κατεβάστε το  : 20_ΧΡΟΝΙΑ_ ΣΤΗΝ_ ΕΝΤΑΤΙΚΗ.

Ακολουθεί η εισαγωγή από το βιβλίο

Εισαγωγή, 20 Χρόνια στην Εντατική

Η σκηνή εκτυλίχθηκε κατά τη διάρκεια του απογευματινού επισκεπτηρίου της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), την ώρα που οι συγγενείς των ασθενών έρχονται για να ενημερωθούν για την πορεία τους. Ο κύριος που πλησίασε ήταν πραγματικά πολύ προσεκτικά ντυμένος. Φορούσε ένα
πολύ ακριβό κουστούμι, γραβάτα, παπούτσια γυαλισμένα και απέπνεε ένα άρωμα ανθρώπου με οικονομική επιφάνεια και άνεση στην επικοινωνία.

«Πως πάει ο πατέρας μου;» ρώτησε το γιατρό. Επρόκειτο για ένα ηλικιωμένο ασθενή που είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο σε βαριά νευρολογική κατάσταση μετά από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο που οφειλόταν σε αιμορραγία και αμέσως είχε οδηγηθεί στη ΜΕΘ, διασωληνώθηκε και στη συνέχεια οδηγήθηκε στο χειρουργείο. Τα πρώτα εικοσιτετράωρα η κατάσταση ήταν ασταθής και ο κίνδυνος για τη ζωή του άμεσος. Όμως τη στιγμή που εκτυλίσσεται η συζήτηση είχαν πια περάσει αρκετές ημέρες και η κατάσταση είχε βελτιωθεί αρκετά, ο ασθενής επικοινωνούσε ικανοποιητικά, η κινητικότητα του σώματος επανερχόταν και η πορεία προδιαγραφόταν θετική.

«Πηγαίνουμε πολύ καλά, βελτιώνεται και σύντομα θα ανέβει σε κανονικό θάλαμο με την προοπτική να τον πάρετε σύντομα στο σπίτι», ήταν η απάντηση του γιατρού, θεωρώντας ότι θα προσέφερε τουλάχιστον ικανοποίηση στο συνομιλητή του. Η απάντησή του όμως που συνοδεύτηκε από το ανάλογο ύφος, έπεσε σαν κεραυνός: «να τον πάρεις εσύ στο σπίτι σου!». Ήταν τόσος ο θυμός του, που είχαν πάει περίπατο ευγένειες και πληθυντικοί. Η εμπειρία ετών επέβαλε να διατηρηθούν η ψυχραιμία και οι χαμηλοί τόνοι εκ μέρους του γιατρού. Δεν μπόρεσε όμως να μην ρωτήσει. «Καλά τότε γιατί τον φέρατε στο νοσοκομείο αν δε θέλατε να τον βοηθήσουμε;».

Η απάντηση και πάλι ήχησε δυνατά μέσα στο γραφείο:»Εμείς δεν τον φέραμε για να ζήσει αλλά για να μην πεθάνει στο σπίτι. Τι θα γίνει τώρα; Ποιος θα ασχολείται μαζί του; Είμαστε πολυάσχολοι άνθρωποι. Όλη μέρα εργαζόμαστε,τα παιδιά έχουν σχολεία, φροντιστήρια, δραστηριότητες. Τα Σαββατοκύριακα θέλουμε να πηγαίνουμε τις εκδρομές μας. Ποιος θα φροντίζει το γέρο; Καλύτερα να τον αφήνατε να πεθάνει. Τώρα δεν ξέρω τι θα κάνετε, εμείς σπίτι δεν τον παίρνουμε». Ο πληθυντικός επανήλθε, το ξέσπασμα εκτονωνόταν, το πρόβλημα όμως παρέμενε.